αυτοσχεδιαζω

αυτοσχεδιαζω
    αὐτοσχεδιάζω
    αὐτο-σχεδιάζω
    1) действовать без подготовки, быстро совершать
    

(τι Thuc., Xen.)

    2) говорить экспромтом Plat., Isocr.
    3) поступать необдуманно, говорить наобум, поверхностно
    

(περί τινος Isocr., Plat.; περί τι Arst.)

    μέ αὐ. εἰς τὰ σώματά τινων Aeschin. — бережно относиться к чьим-л. жизням


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "αυτοσχεδιαζω" в других словарях:

  • αὐτοσχεδιάζω — act pres subj act 1st sg αὐτοσχεδιάζω act pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτοσχεδιάζω — αυτοσχεδιάζω, αυτοσχεδίασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αυτοσχεδιάζω — (AM αὐτοσχεδιάζω) 1. λέω ή κάνω κάτι χωρίς προετοιμασία, με απόφαση ή έμπνευση της στιγμής 2. μιλάω ή ενεργώ επιπόλαια και πρόχειρα …   Dictionary of Greek

  • αυτοσχεδιάζω — ασα, άστηκα, ασμένος, κάνω κάτι πρόχειρα, χωρίς προηγούμενο σχέδιο: Την ομιλία του την αυτοσχεδίασε την ώρα που μιλούσε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αὐτοσχεδιάζομεν — αὐτοσχεδιάζω act imperf ind act 1st pl (doric) αὐτοσχεδιάζω act pres ind act 1st pl αὐτοσχεδιάζω act imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοσχεδιάζῃ — αὐτοσχεδιάζω act pres subj mp 2nd sg αὐτοσχεδιάζω act pres ind mp 2nd sg αὐτοσχεδιάζω act pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοσχεδίαζε — αὐτοσχεδιάζω act imperf ind act 3rd sg (doric) αὐτοσχεδιάζω act pres imperat act 2nd sg αὐτοσχεδιάζω act imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοσχεδιαζόντων — αὐτοσχεδιάζω act pres part act masc/neut gen pl αὐτοσχεδιάζω act pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοσχεδιάζει — αὐτοσχεδιάζω act pres ind mp 2nd sg αὐτοσχεδιάζω act pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοσχεδιάζοντα — αὐτοσχεδιάζω act pres part act neut nom/voc/acc pl αὐτοσχεδιάζω act pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοσχεδιάζοντι — αὐτοσχεδιάζω act pres part act masc/neut dat sg αὐτοσχεδιάζω act pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»